Πας να κοιμηθείς και Εκείνα ξεπετάγονται μπροστά σου, φορώντας κόκκινες μπλούζες και πράσινα καπέλα ένα Σαββάτο μεσημέρι· κόκκινες μπλούζες και πράσινα καπέλα, που δεν ταιριάζουν μεταξύ τους, όμως είναι ωραία –το καθ’ ένα ξεχωριστά· κι είναι και Εκείνα ωραία, πιο ωραία απ’ ό,τι τα θυμάσαι όταν χαμογελούν, όμως χαμογελούν για άλλους, σε άλλους, όχι σε ‘σένα, δεν θα ξαναχαμογελάσουν ποτέ σε ‘σένα, θα κάνουν πάντα ότι δεν σε βλέπουν, το βλέμμα τους πάντα θα σε κοιτά, μα δεν θα σε βλέπει, θα περνά από μέσα σου σα να είσαι αόρατη...
Όμως εσύ τα βλέπεις όταν κλείνεις τα μάτια σου να κοιμηθείς, φοράνε κόκκινες μπλούζες και πράσινα καπέλα ένα Σαββάτο μεσημέρι, που εσύ είσαι χαρούμενη, γιατί έχεις ξεχάσει ότι υπάρχουν, έχεις ξεχάσει ότι είναι ωραία όταν χαμογελούν, έχεις ξεχάσει ότι χαμογελούν πια σε άλλους, όχι σε ‘σένα, ποτέ πια σε ‘σένα.
Κι όμως είναι σα να χαμογελούν σε ‘σένα, σα να έρχονται χαρούμενα προς τα εσένα, που τώρα χαμογελάς πλατιά, λάμπεις ολόκληρη –όπως τότε που σ’ έσφιγγαν στην αγκαλιά τους-, γιατί τα βλέπεις να σου χαμογελούν, αλλά Εκείνα προσπερνούν, δεν σε είδαν ή κάνουν ότι δε σε είδαν, αλλά εσύ τα βλέπεις όταν κλείνεις τα μάτια σου να κοιμηθείς, φορούν κόκκινες μπλούζες και πράσινα καπέλα ένα Σαββάτο μεσημέρι...
Όμως εσύ τα βλέπεις όταν κλείνεις τα μάτια σου να κοιμηθείς, φοράνε κόκκινες μπλούζες και πράσινα καπέλα ένα Σαββάτο μεσημέρι, που εσύ είσαι χαρούμενη, γιατί έχεις ξεχάσει ότι υπάρχουν, έχεις ξεχάσει ότι είναι ωραία όταν χαμογελούν, έχεις ξεχάσει ότι χαμογελούν πια σε άλλους, όχι σε ‘σένα, ποτέ πια σε ‘σένα.
Κι όμως είναι σα να χαμογελούν σε ‘σένα, σα να έρχονται χαρούμενα προς τα εσένα, που τώρα χαμογελάς πλατιά, λάμπεις ολόκληρη –όπως τότε που σ’ έσφιγγαν στην αγκαλιά τους-, γιατί τα βλέπεις να σου χαμογελούν, αλλά Εκείνα προσπερνούν, δεν σε είδαν ή κάνουν ότι δε σε είδαν, αλλά εσύ τα βλέπεις όταν κλείνεις τα μάτια σου να κοιμηθείς, φορούν κόκκινες μπλούζες και πράσινα καπέλα ένα Σαββάτο μεσημέρι...



